Πολλοί άνθρωποι σήμερα βιώνουν μια κατάσταση συνεχούς σκέψης και εσωτερικής ανάλυσης.
Αναλύουν τον εαυτό τους, τις επιλογές τους, τις σχέσεις τους, το παρελθόν και το μέλλον τους.
Κι όμως, αντί να νιώθουν πιο ήρεμοι ή πιο σίγουροι, συχνά αναφέρουν αυξημένη σύγχυση, ψυχική κόπωση και αίσθηση ακινησίας.
Συχνά εκφράζουν αυτή την εμπειρία με φράσεις όπως:
«Σκέφτομαι συνέχεια αλλά δεν βγάζω άκρη»,
«Ξέρω τι μου συμβαίνει, αλλά δεν αλλάζει κάτι»,
«Όσο το αναλύω, τόσο χειρότερα νιώθω».
Το βίωμα αυτό δεν σημαίνει ότι η σκέψη είναι προβληματική από μόνη της.
Σημαίνει ότι κάτι λείπει από τον τρόπο που χρησιμοποιείται.
Όταν η σκέψη δεν οδηγεί πουθενά
Η σκέψη αποτελεί βασικό εργαλείο κατανόησης και λήψης αποφάσεων.
Όταν όμως δεν συνδέεται με σαφή κατεύθυνση ή πράξη, αρχίζει να λειτουργεί κυκλικά.
Η ψυχολογική έρευνα περιγράφει αυτό το φαινόμενο ως ρουμινατική σκέψη —(π.χ. όταν δεν παράγει νέα πληροφορία, όταν επανέρχεται στο ίδιο σημείο, όταν αυξάνει ένταση αντί να ξεκαθαρίζει). Ουσιαστικά είναι μια επαναλαμβανόμενη, παθητική ενασχόληση με προβλήματα χωρίς ουσιαστική επίλυση. Σύμφωνα με μελέτες, η ρουμινατική σκέψη συνδέεται με αυξημένα επίπεδα άγχους και καταθλιπτικής διάθεσης (Nolen-Hoeksema et al., 2008).
Χωρίς σαφή άξονα, η σκέψη περιστρέφεται γύρω από τα ίδια ερωτήματα:
τι έκανα λάθος,
τι θα μπορούσα να είχα κάνει αλλιώς,
τι θα γίνει αν αποτύχω.
Αντί να ξεκαθαρίζει, θολώνει.
Αντί να καθησυχάζει, εντείνει την αμφιβολία.
Υπερανάλυση και αυτογνωσία: δύο διαφορετικά πράγματα
Η αυτογνωσία συμβάλλει στην ψυχική υγεία όταν οδηγεί σε μεγαλύτερη σαφήνεια και λειτουργικότητα.
Η υπερανάλυση, αντίθετα, συχνά κρατά τον άνθρωπο ακίνητο.
Πολλοί άνθρωποι γνωρίζουν με ακρίβεια τα μοτίβα τους, τις ανασφάλειες και τις δυσκολίες τους.
Αυτό όμως δεν σημαίνει ότι γνωρίζουν πώς να κινηθούν διαφορετικά.
Όταν η κατανόηση δεν συνδέεται με επιλογές, αξίες και δράση, μετατρέπεται σε βάρος.
Η σκέψη λειτουργεί ως μηχανισμός αναβολής και όχι ως εργαλείο προετοιμασίας.
Όπως έχει επισημάνει ο υπαρξιακός ψυχοθεραπευτής Irvin Yalom, η επίγνωση από μόνη της δεν αρκεί. Χωρίς ανάληψη ευθύνης και κατεύθυνση, η αυτογνωσία παραμένει αδρανής.
Όταν το μυαλό γίνεται καταφύγιο
Για αρκετούς ανθρώπους, η συνεχής σκέψη λειτουργεί και ως μορφή ασφάλειας.
Όσο σκέφτονται, νιώθουν ότι διατηρούν έναν έλεγχο της κατάστασης.
Η πράξη, αντίθετα, βιώνεται ως πιο απειλητική.
Έτσι όμως, το μυαλό μετατρέπεται σε καταφύγιο.
Και κάθε καταφύγιο, όταν γίνεται μόνιμο, μετατρέπεται σταδιακά σε φυλακή.
Η αποφυγή της δράσης μειώνει πρόσκαιρα το άγχος, αλλά μακροπρόθεσμα ενισχύει την αίσθηση αδυναμίας και στασιμότητας.
Η σκέψη χρειάζεται κατεύθυνση
Η ψυχική ισορροπία δεν προκύπτει μόνο από το «να καταλάβω τον εαυτό μου».
Προκύπτει και από το «να ξέρω προς τα πού πηγαίνω».
Έρευνες δείχνουν ότι η ύπαρξη στόχων και νοήματος οργανώνει τη γνωστική λειτουργία και μειώνει τη ρουμινατική σκέψη (Steger et al., 2006).
Όταν υπάρχει κατεύθυνση, η σκέψη παύει να γυρίζει άσκοπα και αρχίζει να υπηρετεί κάτι συγκεκριμένο.
Χωρίς αυτό, ακόμη και άτομα με υψηλή ευφυΐα και επίγνωση παγιδεύονται στο μυαλό τους.
Τι μπορεί να βοηθήσει
Δεν χρειάζονται πάντα περισσότερες απαντήσεις.
Συχνά χρειάζεται ένας άξονας.
Μια κατεύθυνση που να δίνει στη σκέψη λόγο ύπαρξης.
Όταν αυτή αρχίσει να ξεκαθαρίζει, η υπερανάλυση μειώνεται φυσικά.
Όχι επειδή ο άνθρωπος σταματά να σκέφτεται,
αλλά επειδή η σκέψη παύει να είναι το μοναδικό του εργαλείο. Όχι λοιπόν μονάχα σκέψη αλλά άξονας σκέψης και πράξης.
Βιβλιογραφία
- Nolen-Hoeksema, S., Wisco, B. E., & Lyubomirsky, S. (2008).
Rethinking rumination. Perspectives on Psychological Science, 3(5), 400–424. - Yalom, Irvin D. (1980).
Existential Psychotherapy. New York: Basic Books. - Steger, M. F., Frazier, P., Oishi, S., & Kaler, M. (2006).
The Meaning in Life Questionnaire. Journal of Counseling Psychology, 53(1), 80–93. - Beck, A. T. (1976).
Cognitive Therapy and the Emotional Disorders. New York: International Universities Press.



