Πολλοί άνθρωποι περιγράφουν τον εαυτό τους ως «χαμένο».
Νιώθουν σύγχυση, αβεβαιότητα και ένα αίσθημα εσωτερικής αστάθειας, σαν να μην ξέρουν ποιοι είναι ή τι θέλουν από τη ζωή τους. Στην καθημερινή γλώσσα, αυτό συχνά αποδίδεται ως κρίση ταυτότητας. Ωστόσο, η σύγχρονη ψυχολογική θεώρηση δείχνει ότι, στις περισσότερες περιπτώσεις, το πρόβλημα δεν αφορά την ταυτότητα καθαυτή, αλλά την απουσία κατεύθυνσης. Η πορεία δεν είναι θέμα παραγωγικότητας, αλλά σχέσης με αυτό που θεωρούμε άξιο προσπάθειας. Χτίζεται όταν οι πράξεις μας υπηρετούν αξίες και δεσμεύσεις, όχι όταν απλώς γεμίζουν τον χρόνο.
Η αίσθηση του «είμαι χαμένος» εμφανίζεται συχνά όταν δεν υπάρχει σαφής πορεία προς τα εμπρός. Όταν η ζωή δεν δείχνει προς κάποιο συγκεκριμένο σημείο, ο άνθρωπος αρχίζει να αμφισβητεί τα πάντα: τις επιλογές του, τις ικανότητές του, ακόμη και την προσωπική του αξία. Η έλλειψη κατεύθυνσης δημιουργεί ψυχική αστάθεια ανεξάρτητα από το επίπεδο ευφυΐας, επιτυχίας ή κοινωνικής αναγνώρισης. Εδώ θα πρέπει να τονιστεί ότι η πορεία δεν είναι ένα «τέλειο πλάνο». Το άτομο μπορεί να αισθανθεί ντροπή ή/και αυτό υποτίμηση. Η ντροπή δεν αφορά αυτό που κάνουμε, αλλά αυτό που πιστεύουμε ότι είμαστε. Όταν εσωτερικεύεται, οδηγεί σταδιακά σε αυτοϋποτίμηση και αποδυναμώνει την ικανότητα του ατόμου να διεκδικήσει ρόλο, αξία και θέση.
Ο αναπτυξιακός ψυχολόγος Erik Erikson είχε επισημάνει ότι η ταυτότητα δεν διαμορφώνεται μόνο μέσα από ενδοσκόπηση, αλλά κυρίως μέσα από δεσμεύσεις, ρόλους και επιλογές ζωής (Erikson, 1968). Όταν απουσιάζουν οι δεσμεύσεις ή όταν δεν υπάρχει ένα πλαίσιο μέσα στο οποίο ο άνθρωπος να επενδύει την ενέργειά του, η ταυτότητα παραμένει ρευστή και ευάλωτη.
Σε αυτό το πλαίσιο, η σύγχυση δεν είναι ένδειξη προσωπικής ανεπάρκειας. Είναι ένδειξη ότι ο ψυχικός μηχανισμός δεν έχει σταθερό άξονα αναφοράς. Όπως έχει υπογραμμίσει ο ψυχίατρος και ιδρυτής της λογοθεραπείας Viktor Frankl, ο άνθρωπος αντέχει την αβεβαιότητα και τη δυσκολία όταν γνωρίζει προς τα πού κατευθύνεται, αλλά αποδιοργανώνεται όταν η ζωή στερείται νοήματος και σκοπού (Frankl, 1959).
Η κατεύθυνση δεν σημαίνει απόλυτη βεβαιότητα ή λεπτομερή σχεδιασμό του μέλλοντος. Σημαίνει την ύπαρξη ενός εσωτερικού «προς τα πού», ενός λόγου για τον οποίο αξίζει να κινηθεί κανείς, ακόμη και μέσα στην αβεβαιότητα. Όταν αυτός ο άξονας απουσιάζει, η σκέψη γίνεται κυκλική, η αμφιβολία εντείνεται και η ψυχική ενέργεια καταναλώνεται χωρίς αποτέλεσμα.
Έρευνες στον τομέα της ψυχολογίας του νοήματος δείχνουν ότι η αίσθηση κατεύθυνσης σχετίζεται με μεγαλύτερη ψυχική ανθεκτικότητα, χαμηλότερα επίπεδα άγχους και αυξημένη αίσθηση συνοχής της ζωής (Steger et al., 2006). Αντίθετα, η απουσία στόχων και νοήματος συνδέεται με συναισθηματική αστάθεια και αίσθημα κενού.
Η ψυχική ισορροπία, επομένως, δεν απαιτεί να έχει κανείς όλες τις απαντήσεις. Απαιτεί έναν άξονα. Όταν η πορεία αρχίζει να ξεκαθαρίζει, η αμφιβολία υποχωρεί — όχι επειδή λύθηκαν όλα τα ερωτήματα, αλλά επειδή η ζωή παύει να είναι στάσιμη και αρχίζει να κινείται προς κάτι.
Βιβλιογραφία
- Erikson, E. H. (1968). Identity: Youth and Crisis. New York: W. W. Norton & Company.
- Frankl, V. E. (1959). Man’s Search for Meaning. Boston: Beacon Press.
- Steger, M. F., Frazier, P., Oishi, S., & Kaler, M. (2006). The Meaning in Life Questionnaire. Journal of Counseling Psychology, 53(1), 80–93.




