Μοιραστείτε το άρθρο:

Γράφει ο Στάθης Παπαχρήστου.

Όλοι οι άνθρωποι στη ζωής τους βιώνουν κατά περιόδους ευχάριστες και δυσάρεστες καταστάσεις, οι οποίες με τη σειρά τους καθορίζουν και διαμορφώνουν σε μεγάλο βαθμό τη συμπεριφορά και την εν γένει προσωπικότητα τους. Εκ φύσεως ο άνθρωπος προσανατολίζεται σε καταστάσεις και ερεθίσματα που του δημιουργούν αισθήματα χαράς, ανακούφισης και ευχαρίστησης και μια γενικότερη ψυχική ευφορία, αποφεύγοντας ταυτόχρονα καταστάσεις που οδηγούν σε αρνητικά συναισθήματα, όπως πόνο, άγχος, τρόμο, θυμό, πανικό, απόσυρση, κ.α.. Παρά το γεγονός ότι ο άνθρωπος έχει την έμφυτη ικανότητα να αντιμετωπίζει και να ξεπερνά πολύ οδυνηρές καταστάσεις και εμπειρίες ζωής, υπάρχουν φορές που κάτι τέτοιο είναι ανέφικτο, με συνέπεια να προκαλείται το λεγόμενο «ψυχικό τραύμα». Το τραύμα μπορεί να είναι μεμονωμένο και να μην έχει προσωπικό χαρακτήρα, όπως π.χ. ένα ατύχημα, ή να είναι επαναλαμβανόμενο και να έχει προσωπικό χαρακτήρα, όπως π.χ. μια κακοποίηση στα πλαίσια της οικογένειας.

Με τον όρο Διαταραχή Μετατραυματικού Στρες (Post Traumatic Stress Disorder – PTSD), αναφέρεται μια μορφή αγχώδους διαταραχής που μπορεί να εμφανιστεί σε κάθε άτομο που είχε άμεση εμπειρία ή ήταν μάρτυρας σε καταστάσεις που είτε απείλησαν τη δική του ζωή ή εκείνη κάποιου άλλου είτε το τραυμάτισαν ψυχολογικά. Συνήθως η διαταραχή αυτή συνδέεται με καταστάσεις όπως ο πόλεμος, οι φυσικές καταστροφές και οι τρομοκρατικές πράξεις, αλλά μπορεί ακόμη να σημειωθεί ύστερα από σοβαρά δυστυχήματα ή άγριες προσωπικές επιθέσεις, όπως ο βιασμός ή η παιδική κακοποίηση. Σε αυτές τις περιπτώσεις, τα άτομα αυτά παρουσιάζουν σωματικά και ψυχολογικά συμπτώματα που έχουν ως συνέπεια την έκπτωση της ποιότητας ζωής τους σε όλους τους επιμέρους τομείς (προσωπικό, κοινωνικό, επαγγελματικό) σε βραχυπρόθεσμο ή και μακροπρόθεσμο επίπεδο.

Τα συμπτώματα της Διαταραχής Μετατραυματικού Στρες μπορούν να ομαδοποιηθούν σε 3 κατηγορίες:

1) Αίσθηση αναβίωσης τραυματικού γεγονότος: Η αναβίωση συντελείται μέσα από δυσάρεστες αναμνήσεις (flashbacks), εφιάλτες που σχετίζονται με το τραυματικό γεγονός, έντονα αρνητικά συναισθήματα ακόμα και με παραισθήσεις (αίσθηση ότι το άτομο ακούει φωνές ή βλέπει σκηνές από το τραυματικό γεγονός).

2) Αντιδράσεις αποφυγής του τραύματος: Το άτομο αποφεύγει να μιλήσει για το τραυματικό γεγονός ή αδυνατεί να θυμηθεί ολόκληρα τμήματα της τραυματικής εμπειρίας. Επίσης, αποφεύγει καταστάσεις που προσομοιάζουν με το τραυματικό γεγονός, παρουσιάζεται συναισθηματικά «μουδιασμένο» (έλλειψη έκφρασης συναισθημάτων), δυσκολεύεται να δείξει τρυφερότητα απέναντι σε τρίτους και αποφεύγει την εκπόνηση μελλοντικών σχεδίων.

3) Υπερδιέγερση – Αυξημένη ευερεθιστότητα. Το άτομο μπορεί να εμφανίσει δυσκολίες στον ύπνο, να είναι κατά τη διάρκεια της ημέρας ευέξαπτο, να έχει απότομα ξεσπάσματα θυμού, δυσκολία στην συγκέντρωση, να είναι συνεχώς σε επαγρύπνηση χωρίς κανένα προφανή λόγο και σε περίπτωση αιφνιδιασμού, να έχει μια υπερβολική αντίδραση ξαφνικού τρόμου.

Τα παραπάνω συμπτώματα μπορεί να εμφανιστούν αμέσως μετά την τραυματική εμπειρία, ή μέσα σε διάστημα 3 ή 6 μηνών από το τραυματικό συμβάν, και μερικές φορές ακόμα μετά και από κάποια χρόνια. Ωστόσο, θα πρέπει να σημειωθεί ότι για να δοθεί η διάγνωση της Διαταραχής Μετατραυματικού Στρες, τα συμπτώματα θα πρέπει να διαρκούν περισσότερο από ένα μήνα.

Η πορεία της Διαταραχής Μετατραυματικού Στρες ποικίλλει. Μερικοί άνθρωποι αναρρώνουν μέσα σε 6 μήνες, ενώ άλλοι έχουν συμπτώματα που διαρκούν πολύ περισσότερο. Αρκετές φορές, τα συμπτώματα εξαφανίζονται από μόνα τους. Ενδεικτικά, ένα ποσοστό 40% περίπου αυτών που εμφανίζουν Διαταραχή Μετατραυματικού Στρες ένα μήνα μετά το τραυματικό γεγονός, δεν έχουν κάποια συμπτώματα ένα χρόνο μετά. Σε μερικούς ανθρώπους, η Διαταραχή Μετατραυματικού Στρες γίνεται χρόνια, όπου παρατηρούνται περίοδοι με έντονων συμπτωμάτων οι οποίες εναλλάσσονται με περιόδους χωρίς συμπτώματα ή με αισθητά μειωμένη εμφάνισή τους.

Αναφορικά με τους παράγοντες κινδύνου που αυξάνουν την πιθανότητα εμφάνισης Διαταραχής Μετατραυματικού Στρες θα μπορούσαν να συνοψιστούν στους εξής:

  1. Η σοβαρότητα του τραύματος.
  2. Το μέγεθος της απειλής που βιώνει το άτομο κατά τη διάρκεια του τραύματος.
  3. Η ευαλωτότητα στην προσωπικότητα του ατόμου (παλαιότερη ή υπάρχουσα διαταραχή).
  4. Κοινωνικο-πολιτισμικοί παράγοντες, όπως απουσία κοινωνικού υποστηρικτικού πλαισίου, κοινωνικός στιγματισμός, φυλετικές – θρησκευτικές διακρίσεις, κ.α.
  5. Αδυναμία χρήσης αποτελεσματικών μηχανισμών άμυνας, όπως πχ. απώθηση των τραυματικών εμπειριών, εκλογίκευση των αγχογόνων ερεθισμάτων, κ.α.

Επιδημιολογικά, οι γυναίκες φαίνεται να εμφανίζουν συχνότερα Διαταραχή Μετατραυματικού Στρες σε σχέση με τους άνδρες (Breslau, Davis, Andreski & Peterson, 1991∙Breslau, Davis, Peterson & Schultz, 1997∙ Kessler, Sonnega, Bromet, Hughes & Nelson, 1995∙ Yehuda, 2002). Συγκεκριμένα, το 5-6% των ανδρών και το 10-14% των γυναικών εμφάνισαν κάποια στιγμή της ζωής τους Διαταραχή Μετατραυματικού Στρες, με τη διαφοροποίηση αυτή να οφείλεται στο γεγονός ότι οι γυναίκες έχουν αυξημένες πιθανότητες να βιώσουν συγκεκριμένες τραυματικές εμπειρίες (πχ. βιασμό, ληστεία, σωματική επίθεση, σεξουαλική κακοποίηση, κ.α.). Επίσης, διαφορές σε σχέση με το φύλο παρουσιάζονται και στο είδος των συμπτωμάτων που συνοδεύουν τη Διαταραχή Μετατραυματικού Στρες (Hourani, Williams, Bray&Kandel 2015), με τις γυναίκες να εμφανίζουν περισσότερο αγχωτικές εκδηλώσεις και καταθλιπτικά συναισθήματα (ανηδονία, απόσυρση, διαταραχές ύπνου και τροφής, κ.α.) σε αντίθεση με τους άνδρες που είναι πιο επιρρεπείς στη χρήση ουσιών (ναρκωτικών και αλκοόλ) (Green, Kramer, Grace, Gleser, Leonard, Vary&Lindy, 1997∙ Kessler, Sonnega, Bromet, Hughes, &Nelson, 1995).

Αξίζει να σημειωθεί ότι όπως σε όλες τις αγχώδεις διαταραχές, έτσι και στη Διαταραχή Μετατραυματικού Στρες, συχνό είναι το φαινόμενο της συννοσηρότητας (η εμφάνιση δηλαδή 2 η περισσότερων ψυχικών διαταραχών). Ειδικότερα, άτομα με Διαταραχή Μετατραυματικού Στρες είναι πιθανότερο κατά  80%  να  πληρούν  τα  διαγνωστικά  κριτήρια  για  τουλάχιστον  μία  ακόμη  ψυχική διαταραχή σε σχέση με τον υγιή πληθυσμό. (APA, 2013). Οι πιο συχνές ψυχιατρικές διαταραχές που εμφανίζονται μαζί με τη Διαταραχή Μετατραυματικού Στρες είναι η μείζονα κατάθλιψη και οι αγχώδεις διαταραχές καθώς και οι διαταραχές που οφείλονται στη χρήση ουσιών (ναρκωτικά και αλκοόλ). Ιδιαίτερα, όσον αφορά την κατάθλιψη, όλο και περισσότερα στοιχεία επισημαίνουν ότι η κατάθλιψη αναπτύσσεται μετά τη Διαταραχή Μετατραυματικού Στρες, αλλά η καταθλιπτική νόσος μπορεί επίσης και να προηγηθεί.

Τέλος, όσον αφορά τη θεραπεία της Διαταραχής Μετατραυματικού Στρες, η διάρκεια της εξαρτάται από τη σοβαρότητα και πολυπλοκότητα του τραύματος. Πιο αναλυτικά, ένας μεγάλος αριθμός επιστημονικών ερευνών, έχει αποφανθεί ότι η γνωσιακή συμπεριφορική ψυχοθεραπεία είναι ιδιαίτερα αποτελεσματική τόσο σε περιπτώσεις μακροχρόνιου ψυχικού τραύματος, όπως για παράδειγμα η επανειλημμένη κακοποίηση κατά την παιδική ηλικία, αλλά και σε περιπτώσεις ψυχικού τραύματος από ένα μεμονωμένο περιστατικό, όπως για παράδειγμα μια επίθεση. Η αποτελεσματικότητα της οφείλεται στ’ ότι είναι κατάλληλα σχεδιασμένη για να βοηθήσει στη μείωση των δυσάρεστων αναμνήσεων και συναισθημάτων που σχετίζονται με το τραύμα, βοηθώντας ταυτόχρονα το άτομο να αφομοιώσει την τραυματική εμπειρία με τρόπο που θα του επιτρέψει να προχωρήσει στη ζωή του. Εξίσου θετικά αποτελέσματα εμφανίζει και η οικογενειακή θεραπεία η οποία βοηθά την οικογένεια να επικοινωνήσει καλύτερα με τον ασθενή μέσω της κατανόησης των συμπτωμάτων του και την οικοδόμηση σχέσεων εμπιστοσύνης. Τέλος, η φαρμακευτική θεραπεία (εκλεκτικοί αναστολείς επαναπρόσληψης της σεροτονίνης – SSRIs) ενδείκνυται μόνο σε συνδυασμό με κάποια μορφή ψυχοθεραπείας και κατόπιν εισήγησης ειδικού ιατρού, καθώς βοηθά στην ανακούφιση των δευτερογενών συμπτωμάτων της κατάθλιψης και του άγχους που συνοδεύουν τη Διαταραχή Μετατραυματικού Στρες.

Παπαχρήστου Ευστάθιος

Ψυχολόγος,

M.Sc. Προαγωγή Ψυχικής Υγείας-Πρόληψη Ψυχιατρικών Διαταραχών

Ο Στάθης Παπαχρήστου είναι Ψυχολόγος, απόφοιτος των τμημάτων Φιλοσοφίας – Παιδαγωγικής Ψυχολογίας (Φ.Π.Ψ.)  και του Προγράμματος Ψυχολογίας (νυν Τμήμα Ψυχολογίας), με μεταπτυχιακές σπουδές στο επιστημονικό πεδίο της Προαγωγής Ψυχικής Υγείας – Πρόληψης Ψυχιατρικών Διαταραχών. Εργάζεται στο Κέντρο Μελετών Υπηρεσιών Υγείας του Εργαστηρίου Υγιεινής, Επιδημιολογίας και Ιατρικής Στατιστικής, της Ιατρικής Σχολής Αθηνών.

Επίσης, είναι συνεργάτης του Ινστιτούτου Κοινωνικής και Προληπτικής Ιατρικής (ΙΚΠΙ) ενώ συμμετέχει στην επιστημονική συμβουλευτική επιτροπή της ΜΚΟ «Ηλιτόμηνον», μέλους του Ευρωπαϊκού Ιδρύματος για τη Φροντίδα των Νεογνών (EFCNI) με σκοπό τη φροντίδα των πρόωρων νεογνών. Τέλος, είναι μέλος του Συλλόγου Ελλήνων Ψυχολόγων και ειδικός γραμματέας της Ελληνικής Εταιρείας Προαγωγής και Αγωγής Υγείας.


Μοιραστείτε το άρθρο:
Κατηγορίες:Διαταραχές