Μοιραστείτε το άρθρο:

Γράφει η Σοφία Μαντζάρη.

Eννοιολογικά ζητήματα σχετικά με την μελέτη του συναισθήματος

Ο όρος συναισθήματα υποδηλώνει τα αισθήματα που μας προκαλεί μια εμπειρία. Ωστόσο, τα αισθήματα αποτελούν μια μόνο πτυχή του συναισθήματος. Τα συναισθήματα συνοδεύονται από σωματικές αντιδράσεις και επίσης φανερώνουν στους άλλους την εσωτερική συγκινησιακή μας κατάσταση με τις εκφράσεις του προσώπου και διάφορες μορφές συμπεριφοράς. Συναίσθημα είναι ο συγκινησιακός τόνος ή το αίσθημα με το οποίο, οι άνθρωποι αντιδρούν στις συνθήκες της ζωής τους (Cole & Cole, 2002). Για τους περισσότερους μελετητές, το συναίσθημα αποτελεί ένα είδος περίπλοκης διαδικασίας που περιλαμβάνει ένα ερέθισμα από το άμεσο περιβάλλον το οποίο υπόκειται σε μια διαδικασία αντίληψης, ενώ ακολουθεί η βίωση του συναισθήματος, η οποία με την σειρά της ευθύνεται για την εκδήλωση κάποιας συμπεριφοράς. Η ικανότητα να εκδηλώνει κανείς τα συναισθήματά του με κοινωνικά αποδεκτό τρόπο απαιτεί ρύθμιση της έκφρασης των συναισθημάτων που νιώθει (Miler & Sperry, 1987, οπ. αναφ. στο Cole & Cole, 2002). Πρώτος ο Izard (1968) κατέδειξε ότι οι εκφράσεις του προσώπου,  όταν το άτομο βιώνει βασικά συναισθήματα, είναι αναγνωρίσιμες σε διάφορους πολιτισμούς. Σύμφωνα με τον Izard (1978, 1990), τα βασικά συναισθήματα είναι τα εξής: χαρά, έκπληξη, ενδιαφέρον, θυμός, αποστροφή, περιφρόνηση, φόβος, ντροπή, λύπη και ενοχή-τύψεις. Τα δέκα παραπάνω συναισθήματα εκτός από την αμιγή τους μορφή, συνδυάζονται με πολλαπλούς τρόπους. Η αμιγή τους μορφή παραπέμπει σε  συγκεκριμένη έκφραση του προσώπου.

Επιπλέον το όνομα του ερευνητή που σχετίζεται περισσότερο με την οικουμενικότητα της έκφρασης των συναισθημάτων είναι αυτό του Ekman. Ο Ekman υποστήριξε την ύπαρξη έξι βασικών/πρωταρχικών οικουμενικών συναισθημάτων: χαρά, λύπη, θυμό, φόβο, αηδία, και έκπληξη. Κατά την νηπιακή και την προσχολική ηλικία, αναδύονται και τα «συναισθήματα αυτογνωσίας» ή «δευτερεύοντα συναισθήματα» τα οποία διαφοροποιούνται από τα βασικά/πρωτογενή συναισθήματα που χαρακτηρίζουν τη βρεφική ηλικία (Χατζηχρήστου, 2004, οπ. αναφ. στο Παππά, 2013). Ανάμεσα στον 24ο και τον 36ο μήνα τα παιδιά κάνουν συνήθως χρήση των λέξεων «χαρούμενος-η», «λυπημένος-η», «θυμωμένος-η», και «φοβισμένος-η». Επιπλέον όταν ερωτώνται: «Πώς νιώθει αυτό το άτομο;» δείχνοντάς τους ανάλογη έκφραση προσώπου που αντιστοιχεί σε συγκεκριμένο συναίσθημα, τα παιδιά των 2 ετών απαντούν εύστοχα.

Σύμφωνα με μελέτες που πραγματοποιηθήκαν στην Αμερική όσο αυξάνεται η κατανόηση των παιδιών για τα κοινωνικά γεγονότα, τόσο αυξάνεται και η ικανότητά τους να προβλέπουν τα συναισθήματα που εγείρονται στα γεγονότα αυτά (Michalson & Lewis οπ. αναφ. στο Cole & Cole, 2002). Στις ηλικίες από 2 έως 6 ετών τα παιδιά αναπτύσσουν στρατηγικές οι οποίες τους βοηθούν στον έλεγχο των συναισθημάτων τους. Προκειμένου να αποφύγουν συναισθηματικά φορτισμένες λέξεις, κλείνουν τα μάτια τους, σκεπάζουν τα αυτιά με τα χέρια τους ή στρέφουν το κεφάλι τους. (Bridjes & Grolnik, 1995. Thomson, 1993, οπ. αναφ. στο Cole & Cole, 2002). Η συναισθηματική ανάπτυξη των παιδιών περνάει από διάφορα στάδια. Όσο αυξάνεται η ηλικία των παιδιών, τόσο βελτιώνεται και η ικανότητά τους να αναγνωρίζουν τις συναισθηματικές καταστάσεις των άλλων, να ελέγχουν τα συναισθήματα που νιώθουν και να ελέγχουν την εκδήλωση των συναισθημάτων τους (Thomson, 1990, οπ. αναφ στο Cole & Cole, 2002). Τα παιδιά προσχολικής ηλικίας είναι σε θέση να κατονομάσουν πέντε βασικά/πρωτογενή συναισθήματα: τη χαρά , τη λύπη, το θυμό, το φόβο, και την έκπληξη και επίσης είναι σε θέση να μιλήσουν για τις αιτίες πρόκλησης αυτών των συναισθημάτων (Widen & Russell, 2008).

Τα βασικά πρωτογενή συναισθήματα

Οι εκφράσεις του προσώπου είναι δυναμικά χαρακτηριστικά που μεταδίδουν μηνύματα για τη στάση του ομιλητή, τα συναισθήματά του, τις προθέσεις του κτλ. Το πρόσωπο είναι η πρωταρχική πηγή συναισθημάτων. Κατά τη διάρκεια της προφορικής επικοινωνίας, οι εκφράσεις του προσώπου αλλάζουν συνεχώς και υποκινούνται και ερμηνεύονται από τον αποδέκτη. Το χαμόγελο, το συνοφρύωμα, τα σηκωμένα φρύδια είναι μερικά παραδείγματα. Τα έξι βασικά πρωτογενή συναισθήματα είναι καταρχήν αναγνωρίσιμα από τις εκφράσεις που παίρνει το πρόσωπό μας. Οι περιοχές του προσώπου που διαφοροποιούνται εκφραστικά είναι τα μάτια και τα φρύδια, το μέτωπο η  μύτη, τα μάγουλα και το στόμα (Παπαδάκη – Μιχαηλίδη, 1998). Την έκφραση των έξι βασικών/πρωτογενών συναισθημάτων (χαράς, λύπης, θυμός, φόβος, έκπληξη και αποστροφή) τα περισσότερα παιδιά είναι σε θέση να την αναγνωρίσουν εύστοχα μετά την ηλικία των 2 ετών (Ekman, 1982).

Η χαρά αποτελεί ουσιαστικά το μόνο θετικό βασικό/πρωτογενές συναίσθημα. Είναι το συναίσθημα της επίτευξης των στόχων ή της ολοκληρωτικής αφοσίωσης σε κάτι. Η χαρά συσχετίζεται με άσκοπη δραστηριοποίηση, με ενδιαφέρον, με προσοχή και με προσήλωση σε κάποιο στόχο, με ικανοποίηση, αλλά και με έλλειψη δραστηριότητας (Frijda, 1986, οπ. αναφ. στο Παππά, 2013). Ή χαρά αποτυπώνεται στο πρόσωπο ως εξής: α) οι κάτω βλεφαρίδες ανεβαίνουν ελαφρώς, β) τα μάτια στενεύουν, γ) τα μάγουλα φουσκώνουν και δ) το στόμα ανοίγει (ανεστραμμένο προς τα πάνω) ώστε κάποιες φορές να φαίνονται και τα δόντια (Kumar, 2004. Wainwright, 1992). Η χαρά ξεκινάει ως ευχαρίστηση και η ευχαρίστηση υποδηλώνεται με το χαμόγελο, ενώ το γέλιο, με την μεγαλύτερη του ένταση, είναι δηλωτικό της χαράς. Το χαμόγελο πριν γίνει συνειδητό, εκδηλώνεται με μια πρώιμη μορφή. Τα πρώιμα χαμόγελα αποτελούν εκφράσεις του προσώπου που εκδηλώνονται εγγενώς, είναι γενετικά «προγραμματισμένα». Σύμφωνα με τον Eibl-Eibesfeldt (1970), ο οποίος διεξήγαγε έρευνες σε βρέφη, που είχαν γεννηθεί τυφλά και κωφά, τα χαμόγελα εκδηλώνονται ανεξάρτητα από μίμηση ή μάθηση. Τα πολύ πρώιμα χαμόγελα ονομάζονται «ενδογενή» ή «αυτοφυή» διότι προκύπτουν από την απουσία γνωστής διέγερσης, κυρίως κατά τον ύπνο. Πρόκειται για χαμηλής έντασης χαμόγελα που χαρακτηρίζονται από ανεπαίσθητο σήκωμα των γωνιών του στόματος (Παππά, 2013).

Η λύπη είναι το αντίθετο συναίσθημα της χαράς. Στην ήπια εκδοχή της εκφράζεται ως στεναχώρια, ενώ στην έντονη μορφή της μετατρέπεται σε θλίψη. Η λύπη είναι το συναίσθημα που εκφράζεται με την απώλεια ενός στόχου ή ενός κοινωνικού ρόλου. Είναι το συναίσθημα που συσχετίζεται με την παραίτηση (Oatley & Jenkins, 2004, οπ. αναφ. στο Παππά, 2013). Η λύπη αποτυπώνεται στο πρόσωπο ως εξής: α) Το εσωτερικό των φρυδιών ανυψώνεται, β) τα μάτια γυαλίζουν από τα δάκρυα, γ) το στόμα και γενικά όλα τα χαρακτηριστικά του προσώπου παίρνουν μια κλίση προς τα κάτω (συνοφρυωμένο στόμα), και δ) συχνά γίνεται προσπάθεια απόκρυψης του προσώπου μέσα στα χέρια (Kumar, 2004. Wainwright, 1992). Μια βασική λειτουργία της λύπης είναι ότι δίνει στο άτομο την ευκαιρία να κάνει μια παύση και να προβεί σε έναν απολογισμό, έτσι ώστε να αναθεωρήσει τους στόχους και τα σχέδια του (Oatley & Johnson – Laird, 1996, οπ. αναφ. στο Παππά, 2013).

Ο θυμός μπορεί να οφείλεται σε εξωτερικά ή σε εσωτερικά γεγονότα. Είναι απόρροια της ματαίωσης για κάτι που θέλει να κάνει κάποιος και της απογοήτευσης σχετικά με τη μη εκπλήρωση των προσδοκιών του. O Goleman (1997), αναφέρει πως ο θυμός είναι το βασικό συναίσθημα που συσχετίζεται με την διεκδίκηση εξουσίας. Στη χαμηλότερη διαβάθμισή του εκδηλώνεται ως ενόχληση και εκνευρισμός, και στην πιο έντονη εκδοχή του ως οργή. Ο θυμός αποτελεί μια φυσική, προσαρμοστική αντίδραση του οργανισμού σε κάποια απειλή. Ο θυμός εμφανίζεται κατά τον πρώτο χρόνο της ζωής του βρέφους, συνήθως κατά τον 5ο-6ο μήνα (Izard, Hembree & Huebner, 1987, οπ. αναφ. στο Παππά, 2013). Με την πάροδο του χρόνου, υφίσταται αλλαγές, ανάλογα με τις συνθήκες και τα ερεθίσματα που τον προκαλούν. Έτσι αλλάζει το είδος των αντιδράσεων με τις οποίες εκφράζεται, η συχνότητα, η ένταση και η διάρκειά του. Ο θυμός ως βασικό αρνητικό συναίσθημα, προκαλεί σε αυτόν που τον βιώνει την τάση και την επιθυμία για προσέγγιση του άλλου, αλλά με αρνητικό τρόπο, με διάθεση να τον βλάψει, να του προκαλέσει τραύμα ή ζημιά. Στο συναίσθημα του θυμού α) τα φρύδια τραβιούνται προς τα μέσα, β) ενώ οι βλεφαρίδες κλείνουν αρκετά, γ) τα ρουθούνια ανοίγουν, δ) και τα χείλη κλείνουν ερμητικά. Ο θυμός χαρακτηρίζεται από σταθερή εστίαση του βλέμματος, συνοφρύωμα και σφίξιμο ή τρίξιμο των δοντιών. Επιπλέον το πρόσωπο μπορεί να αλλάξει χρώμα, να κοκκινίσει ή να αποχρωματιστεί τελείως (Kumar, 2004. Wainwright, 1992). Όταν ο θυμός εκδηλώνεται και δεν εσωτερικεύεται, μετατρέπεται σε επιθετική συμπεριφορά (Maccoby, 1980, οπ. αναφ. στο Παππά, 2013).

Ο φόβος είναι το συναίσθημα που βιώνει κάποιος ενόψει ενός επερχόμενου κινδύνου. Τον πυροδοτεί μια απειλή από το περιβάλλον, μια σύγκρουση στόχων. Χάρη στο φόβο ο οργανισμός τίθεται σε κατάσταση ετοιμότητας για την αντιμετώπιση της απειλής του κινδύνου. Στην ήπια έκφανσή του εκδηλώνεται ως επιφυλακτικότητα, ενώ στην πιο έντονη μορφή του μετατρέπεται σε τρόμο και πανικό. Πρόκειται για ένα ιδιαιτέρως δυσάρεστο, αρνητικό συναίσθημα (Oatley & Jenkins, 2004, οπ. αναφ. στο Παππά, 2013). Ο φόβος αποτυπώνεται στο πρόσωπο α) με τα μάτια και το στόμα να ανοίγουν διάπλατα, β) το πρόσωπο και το σώμα να τρέμει, και να αποχρωματίζεται και γ) οι βλεφαρίδες να υψώνονται αποκαλύπτοντας το άσπρο των ματιών (Kumar, 2004. Wainwright, 1992). Ο φόβος αναφέρεται σε συναισθήματα που προκαλούνται από υπαρκτούς κινδύνους και συνοδεύεται από μια σειρά βιολογικών αλλαγών, οι οποίες πηγάζουν από το αυτόνομο νευρικό σύστημα, μια αντίδραση γνωστή ως «fight or flight».

Η αποστροφή-αηδία εντάσσεται στα βασικά/πρωτογενή αρνητικά συναισθήματα και μπορεί να κυμαίνεται από ήπια έως πολύ έντονη. Συνήθως συσχετίζεται με πράγματα που θεωρούνται μολυσματικά ή προσβλητικά. Το άτομο νιώθει αποστροφή/αηδία πρωτίστως από την αίσθηση της γεύσης, είτε αυτή τη βιώνει στην πραγματικότητα, είτε τη φαντάζεται, και δευτερευόντως νιώθει αποστροφή για οτιδήποτε άλλο προκαλεί παρόμοιο συναίσθημα από την αίσθηση της οσμής, της αφής, της όρασης, ή ακόμα και της ακοής (Fox & Stifter, 2005). Η έκφραση της αηδίας έχει παρατηρηθεί σε νεογέννητα σαν αντίδραση σε ξινές γεύσεις (Steiner, 1979, οπ. αναφ. στο Παππά, 2013). Το άτομο έχει την έμφυτη τάση να απορρίπτει ουσίες που είναι βλαβερές για τον οργανισμό. Επιπλέον η αποστροφή μαθαίνεται και συσχετίζεται κυρίως με τη γεύση ή με την όσφρηση. Ακόμη και οι ιδέες μπορεί να προκαλέσουν αποστροφή, όπως η ιδέα για μόλυνση από το άγγιγμα αντικείμενων κτλ. Αντίθετα με το θυμό, το φόβο και τη λύπη, η αποστροφή συνδέεται με μείωση των καρδιακών παλμών (Miller, 1997, οπ. αναφ. στο Παππά, 2013). Στο συναίσθημα της αποστροφής παρατηρείται στην έκφραση του προσώπου α) οι βλεφαρίδες να ψηλώνουν, β) εμφανίζονται ρυτίδες στην μύτη, γ) ενώ τα μάγουλα φουσκώνουν. Παράλληλα, ψηλώνουν και τα δύο χείλη ή ψηλώνει το άνω χείλος και χαμηλώνει το κάτω χείλος, δ) τα μάτια στενεύουν και ε) συχνά το κεφάλι στρέφεται μακριά από την πηγή πρόκλησης του συγκεκριμένου ερεθίσματος (Kumar, 2004. Wainwright, 1992).

Η έκπληξη είναι ένα συναίσθημα που βιώνει κάποιο άτομο μετά από ένα απρόσμενο γεγονός. Η έκπληξη μπορεί να είναι μικρή, μέτρια ή μεγάλη. Μπορεί επίσης να είναι ευχαρίστηση ή δυσάρεστη. Πρόκειται για το μοναδικό συναίσθημα που άλλοτε χαρακτηρίζεται ως αρνητικό και άλλοτε ως θετικό, ανάλογα με το αν η έκπληξη είναι αρνητική ή θετική, αντίστοιχα. Η έκπληξη όπως όλα τα συναισθήματα έχει πολύ σύντομη διάρκεια. Η έκπληξη αποτυπώνεται στο πρόσωπο ως εξής: α) τα φρύδια ανασηκώνονται παίρνοντας ένα καμπυλωτό σχήμα. β) εμφανίζονται οριζόντιες  ρυτίδες στο μέτωπο, γ) τα βλέφαρα ανοίγουν και το πάνω βλέφαρο σηκώνεται, ενώ το κάτω βλέφαρο κατεβαίνει, και δ) το σαγόνι πέφτει, έτσι ώστε τα χείλη και τα δόντια να διαχωρίζονται, χωρίς να παρατηρείται ένταση στην περιοχή γύρω από το στόμα (Ekman & Friesen, 1975). Συχνά η έκπληξη ακολουθείται από άλλα συναισθήματα, όπως το συναίσθημα του φόβου, της χαράς ή της σύγχυσης.


Μοιραστείτε το άρθρο:
Ετικέτες:
Κατηγορίες:Συναισθήματα