Μοιραστείτε το άρθρο:

Η οικογένεια αποτελεί τον πρώτο και πιο καθοριστικό παράγοντα στη διαμόρφωση της συμπεριφοράς του εφήβου. Στην ελληνική κοινωνία, ο ρόλος της οικογένειας είναι ιδιαίτερα έντονος και συχνά παρατείνεται χρονικά περισσότερο σε σχέση με άλλα δυτικά κοινωνικά πλαίσια. Αυτή η στενή σχέση μπορεί να λειτουργήσει προστατευτικά, αλλά υπό προϋποθέσεις μπορεί επίσης να συμβάλει στη σύγχυση ρόλων και, τελικά, στην εκδήλωση παραβατικής συμπεριφοράς.

Η εφηβεία προϋποθέτει μια σταδιακή μετατόπιση της σχέσης γονέα–παιδιού: από τη σχέση φροντίδας σε μια σχέση ορίων, καθοδήγησης και σταδιακής αυτονόμησης. Όταν αυτή η μετατόπιση δεν πραγματοποιείται, ο έφηβος παραμένει εγκλωβισμένος ανάμεσα στην εξάρτηση και την ανάγκη για αυτονομία. Σύμφωνα με τη θεωρία της προσκόλλησης, η ασφάλεια δεν προκύπτει από την απουσία ορίων, αλλά από τη σταθερότητα και τη συνέπειά τους (Bowlby, 1988).

Στην ελληνική πραγματικότητα, παρατηρείται συχνά ένα μοτίβο γονεϊκής ενοχής. Οι γονείς, πιεσμένοι από εργασιακές και κοινωνικές απαιτήσεις ή από την αίσθηση ότι «δεν είναι αρκετά παρόντες», δυσκολεύονται να θέσουν σαφή όρια. Η ενοχή οδηγεί είτε σε υπερπροστασία είτε σε ασυνέπεια πειθαρχίας. Έρευνες δείχνουν ότι η ασυνέπεια στη γονεϊκή στάση σχετίζεται με αυξημένα επίπεδα επιθετικότητας και αντικοινωνικής συμπεριφοράς στους εφήβους (Hoeve et al., 2009).

Ένα δεύτερο συχνό φαινόμενο είναι η σύγχυση ρόλων. Σε αρκετές οικογένειες, ο έφηβος καλείται να αναλάβει συναισθηματικούς ρόλους που δεν του αναλογούν — να λειτουργεί ως «στήριγμα», «σύμμαχος» ή ακόμη και «αντικαταστάτης» ενήλικα. Αυτή η αντιστροφή ρόλων επιβαρύνει την αναπτυξιακή διαδικασία και αυξάνει την εσωτερική ένταση. Όταν ο έφηβος δεν μπορεί να εκφράσει αυτή την πίεση λεκτικά, συχνά τη μετατρέπει σε συμπεριφορά.

Η παραβατική συμπεριφορά, σε αυτό το πλαίσιο, λειτουργεί ως κραυγή διαφοροποίησης. Είναι ένας τρόπος να σπάσει η συγχώνευση και να οριοθετηθεί ο εαυτός, έστω με αρνητικό τρόπο. Όπως επισημαίνει ο Minuchin (1974), τα σαφή οικογενειακά όρια είναι βασική προϋπόθεση για υγιή ψυχοκοινωνική ανάπτυξη. Όταν αυτά απουσιάζουν, η συμπεριφορά γίνεται το μέσο οριοθέτησης.

Ιδιαίτερη σημασία έχει και το πώς η οικογένεια αντιμετωπίζει τη σύγκρουση. Σε οικογένειες όπου η σύγκρουση αποφεύγεται ή καταστέλλεται, ο έφηβος δεν μαθαίνει πώς να διαχειρίζεται τη διαφωνία με λειτουργικό τρόπο. Η ένταση συσσωρεύεται και εκτονώνεται μέσα από παρορμητικές ή επιθετικές πράξεις. Αντίθετα, οικογένειες που αντέχουν τη σύγκρουση και τη χρησιμοποιούν ως εργαλείο επικοινωνίας προσφέρουν σημαντική προστασία απέναντι στην παραβατικότητα (Steinberg & Morris, 2001).

Η ελληνική οικογένεια καλείται σήμερα να λειτουργήσει σε ένα περιβάλλον μειωμένης θεσμικής στήριξης. Το σχολείο, οι κοινωνικές υπηρεσίες και οι δομές πρόληψης συχνά αδυνατούν να παρέμβουν έγκαιρα, μεταφέροντας όλο το βάρος στους γονείς. Αυτό εντείνει την αίσθηση ανεπάρκειας και οδηγεί είτε σε αυταρχισμό είτε σε πλήρη απόσυρση ορίων.

Το κρίσιμο σημείο είναι ότι η οικογένεια δεν χρειάζεται να είναι «τέλεια». Χρειάζεται να είναι σταθερή. Σαφή όρια, συναισθηματική διαθεσιμότητα και συνέπεια αποτελούν τους βασικούς προστατευτικούς παράγοντες. Όταν αυτοί υπάρχουν, η εφηβική αντίδραση μπορεί να μετασχηματιστεί σε ωρίμανση και όχι σε παραβατική ταυτότητα.

Στα επόμενα άρθρα θα εξεταστεί ο ρόλος του σχολείου και της σχολικής αποτυχίας στην Ελλάδα, καθώς και πώς η απουσία θεσμικής ένταξης ενισχύει την παραβατική συμπεριφορά.


Βιβλιογραφία
  • Bowlby, J. (1988). A Secure Base: Parent-Child Attachment and Healthy Human Development. Basic Books.
  • Hoeve, M. et al. (2009). A meta-analysis of attachment to parents and delinquency. Journal of Abnormal Child Psychology, 37, 749–775.
  • Minuchin, S. (1974). Families and Family Therapy. Harvard University Press.
  • Steinberg, L., & Morris, A. S. (2001). Adolescent development. Annual Review of Psychology, 52, 83–110.

Σχετικά με τον συντάκτη

Βιογραφικά Στοιχεία

Ο Γεώργιος Μισαηλίδης διαθέτει πολυετή θεωρητική, κλινική και επαγγελματική εμπειρία στον χώρο της ψυχικής υγείας, με ιδιαίτερη έμφαση στη σύγχρονη ψυχική δυσφορία που σχετίζεται με απώλεια κατεύθυνσης, υπαρξιακή κόπωση, δυσκολία ανάληψης ρόλων και αποδιοργάνωση της ψυχικής λειτουργίας.

Έχει σπουδάσει Ψυχολογία στο Αμερικανικό Κολλέγιο Ελλάδος (Deree) και είναι κάτοχος μεταπτυχιακής εξειδίκευσης στη Γνωσιακή Αναλυτική Ψυχοθεραπεία, καθώς και μεταπτυχιακών σπουδών στην Εφαρμοσμένη Ψυχολογία (PgC in Applied Psychology) μέσω του Πανεπιστημίου του Λίβερπουλ.

Παράλληλα, έχει ολοκληρώσει σπουδές στον Ευρωπαϊκό Πολιτισμό στο Ελληνικό Ανοικτό Πανεπιστήμιο και έχει συμμετάσχει σε εκτενή προγράμματα επιμόρφωσης και σεμινάρια στην ψυχοθεραπεία, την ψυχοπαθολογία, την κοινωνική ψυχολογία και την ψυχική ανθεκτικότητα.

Διαθέτει εκτεταμένη επαγγελματική εμπειρία στο Υπουργείο Δικαιοσύνης, η οποία του έχει προσφέρει ουσιαστική γνώση του θεσμικού πλαισίου και των ψυχοκοινωνικών παραγόντων που συνδέονται με τη νεανική παραβατικότητα και τη δυσλειτουργική συμπεριφορά.

Σε συνδυασμό με τη μακροχρόνια εμπειρία του ως εκπαιδευτικός, με περισσότερες από 16.000 ώρες διδασκαλίας σε παιδιά και εφήβους — συμπεριλαμβανομένων μαθητών με μαθησιακές και συμπεριφορικές δυσκολίες — μπορεί να αναλαμβάνει αποτελεσματικά περιστατικά παραβατικών νέων, καθώς και να παρέχει ουσιαστική υποστήριξη και καθοδήγηση σε γονείς χάρις την επι σειρά ετών παρουσία του στο υπουργείο Δικαιοσύνης.

Η συγγραφική και κλινική του προσέγγιση βασίζεται στη θέση ότι η ψυχική υγεία δεν ταυτίζεται με την απουσία συμπτωμάτων, αλλά με την ύπαρξη νοήματος, κατεύθυνσης και βιώσιμης ψυχικής δομής, επιχειρώντας να γεφυρώσει την επιστημονική γνώση με την καθημερινή ανθρώπινη εμπειρία μέσα από ένα πλαίσιο σοβαρό, λειτουργικό και ανθρώπινο.

Επιπλέον για το αρνητικό φαινόμενο της παραβατικότητας ανηλίκων στην εποχή μας αλλά και της σημασίας του αθλητισμού στον εσωτερικό κόσμο του ατόμου.


Μοιραστείτε το άρθρο:
Κατηγορίες:Οικογένεια