Μοιραστείτε το άρθρο:

Ένα από τα πιο συχνά ερωτήματα γύρω από την παραβατικότητα ανηλίκων είναι γιατί κάποιοι έφηβοι περνούν μια περίοδο έντονης αντίδρασης χωρίς σοβαρές συνέπειες, ενώ άλλοι οδηγούνται σε επαναλαμβανόμενη παραβατική συμπεριφορά. Η απάντηση δεν βρίσκεται σε έναν μοναδικό παράγοντα, αλλά στη συσσώρευση κινδύνων και την απουσία προστατευτικών μηχανισμών.

Η αναπτυξιακή ψυχολογία δείχνει ότι η εφηβεία συνοδεύεται από αυξημένη παρορμητικότητα, αναζήτηση έντασης και μειωμένη ικανότητα μακροπρόθεσμου σχεδιασμού, λόγω της ανώριμης ακόμη λειτουργίας του προμετωπιαίου φλοιού (Steinberg, 2014). Αυτά τα χαρακτηριστικά είναι κοινά σε όλους τους εφήβους. Η βιολογία της εφηβείας είναι κοινή για όλους· αυτό που καθορίζει αν η κρίση θα περάσει ή θα εκτροχιαστεί είναι το πλαίσιο μέσα στο οποίο εκδηλώνεται.

Στην ελληνική πραγματικότητα, η οικογένεια παίζει κεντρικό ρόλο. Όταν υπάρχει σταθερότητα, σαφή όρια και συναισθηματική διαθεσιμότητα, η εφηβική αντίδραση τείνει να παραμένει εντός λειτουργικών ορίων. Αντίθετα, σε οικογενειακά περιβάλλοντα με ασυνέπεια, υπερπροστασία ή πλήρη απουσία ορίων, ο έφηβος δυσκολεύεται να ρυθμίσει τη συμπεριφορά του. Έρευνες έχουν δείξει ότι η ασάφεια γονεϊκών ρόλων και η έλλειψη σταθερής πειθαρχίας σχετίζονται με αυξημένη πιθανότητα παραβατικής συμπεριφοράς (Hoeve et al., 2009).

Ένας δεύτερος κρίσιμος παράγοντας είναι το σχολείο. Στην Ελλάδα, το σχολικό πλαίσιο συχνά αποτυγχάνει να λειτουργήσει ως χώρος ένταξης και νοήματος. Η σχολική αποτυχία, η περιθωριοποίηση και η αίσθηση ότι «δεν ανήκω εδώ» αποτελούν ισχυρούς προγνωστικούς δείκτες παραβατικότητας (Farrington, 2005). Όταν ο έφηβος δεν μπορεί να αποκτήσει ταυτότητα μέσα από τη μάθηση ή την αναγνώριση, την αναζητά αλλού — συχνά μέσα από την αντίδραση.

Ιδιαίτερη σημασία έχει και η ομάδα συνομηλίκων. Οι έφηβοι που δεν βρίσκουν αποδοχή σε λειτουργικές ομάδες στρέφονται ευκολότερα σε ομάδες που προσφέρουν ένταξη μέσω παραβατικής συμπεριφοράς. Η ομάδα λειτουργεί ως ενισχυτής ταυτότητας και συχνά αντικαθιστά την απουσία σταθερών ενηλίκων προτύπων (Dishion & Tipsord, 2011).

Στην Ελλάδα των τελευταίων δεκαετιών, οι κοινωνικοοικονομικές πιέσεις έχουν εντείνει αυτούς τους μηχανισμούς. Η οικονομική ανασφάλεια, η εργασιακή εξουθένωση των γονέων και η αποδυνάμωση των θεσμών περιορίζουν τη δυνατότητα έγκαιρης παρέμβασης. Ο έφηβος βιώνει έναν κόσμο ασταθή, χωρίς ξεκάθαρες διαδρομές προς το μέλλον. Όπως δείχνουν μελέτες, η απουσία ρεαλιστικών προσδοκιών για το μέλλον αυξάνει την πιθανότητα αντικοινωνικής συμπεριφοράς (Agnew, 2005).

Ένας ακόμη κρίσιμος παράγοντας είναι η αίσθηση νοήματος και σκοπού. Έφηβοι που διαθέτουν δραστηριότητες με δομή — αθλητισμό, τέχνες, ομαδικές δράσεις — εμφανίζουν χαμηλότερα ποσοστά παραβατικότητας. Η δομημένη προσπάθεια λειτουργεί προστατευτικά, προσφέροντας όρια, ταυτότητα και αίσθηση επάρκειας (Eccles & Barber, 1999). Η απουσία τέτοιων πλαισίων αφήνει τον έφηβο εκτεθειμένο στην παρορμητικότητα.

Είναι σημαντικό να διευκρινιστεί ότι τα όρια δεν ταυτίζονται με τη σκληρότητα ή την αυταρχικότητα. Όρια σημαίνει προβλεψιμότητα, συνέπεια και σαφήνεια, όχι τιμωρία ή συναισθηματική απόσταση. Στην ελληνική οικογένεια, όπου συχνά η στοργή συγχέεται με την απουσία ορίων, αυτή η διάκριση είναι κρίσιμη: τα όρια λειτουργούν προστατευτικά όταν συνυπάρχουν με σχέση και συναισθηματική διαθεσιμότητα.

Το συμπέρασμα είναι σαφές: οι έφηβοι δεν «εκτροχιάζονται» τυχαία. Η παραβατική συμπεριφορά αναδύεται όταν η φυσιολογική εφηβική αντίδραση συναντά αστάθεια, απουσία ορίων και έλλειψη νοήματος. Αντίθετα, όπου υπάρχουν προστατευτικοί παράγοντες, η κρίση μετασχηματίζεται σε ωρίμανση.

Η κατανόηση αυτής της διαφοροποίησης είναι κρίσιμη για την πρόληψη. Όσο νωρίτερα ενισχυθούν τα προστατευτικά πλαίσια, τόσο μειώνεται η πιθανότητα η εφηβική αντίδραση να παγιωθεί σε παραβατική ταυτότητα.

Βιβλιογραφία

  • Agnew, R. (2005). Juvenile Delinquency: Causes and Control. Oxford University Press.
  • Dishion, T. J., & Tipsord, J. M. (2011). Peer contagion in child and adolescent social and emotional development. Annual Review of Psychology, 62, 189–214.
  • Eccles, J. S., & Barber, B. L. (1999). Student council, volunteering, basketball, or marching band: What kind of extracurricular involvement matters? Journal of Adolescent Research, 14(1), 10–43.
  • Farrington, D. P. (2005). Childhood origins of antisocial behavior. Clinical Psychology & Psychotherapy, 12(3), 177–190.
  • Hoeve, M. et al. (2009). A meta-analysis of attachment to parents and delinquency. Journal of Abnormal Child Psychology, 37, 749–775.
  • Steinberg, L. (2014). Age of Opportunity: Lessons from the New Science of Adolescence. Houghton Mifflin Harcourt.

Σχετικά με τον συντάκτη

Βιογραφικά Στοιχεία

Ο Γεώργιος Μισαηλίδης διαθέτει πολυετή θεωρητική, κλινική και επαγγελματική εμπειρία στον χώρο της ψυχικής υγείας, με ιδιαίτερη έμφαση στη σύγχρονη ψυχική δυσφορία που σχετίζεται με απώλεια κατεύθυνσης, υπαρξιακή κόπωση, δυσκολία ανάληψης ρόλων και αποδιοργάνωση της ψυχικής λειτουργίας.

Έχει σπουδάσει Ψυχολογία στο Αμερικανικό Κολλέγιο Ελλάδος (Deree) και είναι κάτοχος μεταπτυχιακής εξειδίκευσης στη Γνωσιακή Αναλυτική Ψυχοθεραπεία, καθώς και μεταπτυχιακών σπουδών στην Εφαρμοσμένη Ψυχολογία (PgC in Applied Psychology) μέσω του Πανεπιστημίου του Λίβερπουλ.

Παράλληλα, έχει ολοκληρώσει σπουδές στον Ευρωπαϊκό Πολιτισμό στο Ελληνικό Ανοικτό Πανεπιστήμιο και έχει συμμετάσχει σε εκτενή προγράμματα επιμόρφωσης και σεμινάρια στην ψυχοθεραπεία, την ψυχοπαθολογία, την κοινωνική ψυχολογία και την ψυχική ανθεκτικότητα.

Διαθέτει εκτεταμένη επαγγελματική εμπειρία στο Υπουργείο Δικαιοσύνης, η οποία του έχει προσφέρει ουσιαστική γνώση του θεσμικού πλαισίου και των ψυχοκοινωνικών παραγόντων που συνδέονται με τη νεανική παραβατικότητα και τη δυσλειτουργική συμπεριφορά.

Σε συνδυασμό με τη μακροχρόνια εμπειρία του ως εκπαιδευτικός, με περισσότερες από 16.000 ώρες διδασκαλίας σε παιδιά και εφήβους — συμπεριλαμβανομένων μαθητών με μαθησιακές και συμπεριφορικές δυσκολίες — μπορεί να αναλαμβάνει αποτελεσματικά περιστατικά παραβατικών νέων, καθώς και να παρέχει ουσιαστική υποστήριξη και καθοδήγηση σε γονείς χάρις την επι σειρά ετών παρουσία του στο υπουργείο Δικαιοσύνης.

Η συγγραφική και κλινική του προσέγγιση βασίζεται στη θέση ότι η ψυχική υγεία δεν ταυτίζεται με την απουσία συμπτωμάτων, αλλά με την ύπαρξη νοήματος, κατεύθυνσης και βιώσιμης ψυχικής δομής, επιχειρώντας να γεφυρώσει την επιστημονική γνώση με την καθημερινή ανθρώπινη εμπειρία μέσα από ένα πλαίσιο σοβαρό, λειτουργικό και ανθρώπινο.

Επιπλέον για το αρνητικό φαινόμενο της παραβατικότητας ανηλίκων στην εποχή μας αλλά και της σημασίας του αθλητισμού στον εσωτερικό κόσμο του ατόμου.


Μοιραστείτε το άρθρο: