Μοιραστείτε το άρθρο:

Τα τελευταία χρόνια, η παραβατικότητα ανηλίκων και η έντονα αντιδραστική συμπεριφορά των εφήβων απασχολούν ολοένα και περισσότερο την ελληνική κοινωνία, το εκπαιδευτικό σύστημα και τους θεσμούς ψυχικής υγείας. Περιστατικά σχολικής βίας, επιθετικότητας, αντικοινωνικής συμπεριφοράς και εμπλοκής ανηλίκων σε παραβατικές πράξεις εμφανίζονται με αυξανόμενη συχνότητα στον δημόσιο λόγο, συχνά συνοδευόμενα από ανησυχία, σύγχυση ή απλουστευτικές ερμηνείες.

Η δημόσια συζήτηση στην Ελλάδα τείνει να κινείται ανάμεσα σε δύο ακραίες θέσεις: από τη μία, την αυστηρή κατασταλτική προσέγγιση που εστιάζει στην τιμωρία και από την άλλη, την υποβάθμιση του φαινομένου ως «φυσιολογικής εφηβικής αντίδρασης» που απλώς θα περάσει. Και οι δύο προσεγγίσεις αποτυγχάνουν να κατανοήσουν τη σύνθετη ψυχολογική, αναπτυξιακή και κοινωνική πραγματικότητα μέσα στην οποία διαμορφώνεται η συμπεριφορά των εφήβων σήμερα.

Η παρούσα συζήτηση αφορά ένα ευρύ φάσμα εφηβικών συμπεριφορών — από τη συστηματική αντίδραση, τη σχολική απορρύθμιση και την επιθετικότητα, έως μορφές παραβατικότητας — και όχι αποκλειστικά πράξεις με ποινικές συνέπειες.

Η εφηβεία αποτελεί μια κρίσιμη αναπτυξιακή περίοδο, κατά την οποία ο νέος καλείται να αναδιαμορφώσει την ταυτότητά του, να διαφοροποιηθεί από την οικογένεια και να βρει τη θέση του στο κοινωνικό σύνολο. Στο ελληνικό πλαίσιο, αυτή η διαδικασία συχνά λαμβάνει χώρα μέσα σε συνθήκες έντονης οικογενειακής εμπλοκής, ασάφειας ρόλων και αντιφατικών μηνυμάτων σχετικά με τα όρια, την ευθύνη και την αυτονομία. Η παρατεταμένη οικονομική και κοινωνική αστάθεια των τελευταίων δεκαετιών έχει επιβαρύνει περαιτέρω το οικογενειακό και σχολικό περιβάλλον, δημιουργώντας συνθήκες ανασφάλειας και αποδιοργάνωσης.

Η εφηβική «επανάσταση» — η αμφισβήτηση, η σύγκρουση, η αντίδραση — δεν αποτελεί από μόνη της παθολογία. Αντιθέτως, είναι αναπτυξιακά αναμενόμενη. Όταν όμως δεν πλαισιώνεται από σαφή όρια, σταθερές σχέσεις και λειτουργικά πρότυπα ενηλίκων, μπορεί να εκτραπεί σε παραβατική συμπεριφορά. Στην Ελλάδα, όπου το σχολείο συχνά αδυνατεί να λειτουργήσει ως σταθερός θεσμικός άξονας και η οικογένεια καλείται να καλύψει πολλαπλούς ρόλους, η έλλειψη δομής γίνεται ιδιαίτερα εμφανής.

Η παρούσα σειρά άρθρων επιχειρεί να προσεγγίσει την παραβατικότητα ανηλίκων και την εφηβική αντιδραστικότητα στην Ελλάδα όχι ως ηθικό ή πειθαρχικό πρόβλημα, αλλά ως ψυχολογικό σύμπτωμα που συνδέεται με απώλεια κατεύθυνσης, σύγχυση ρόλων, δυσκολία ένταξης και αποδυνάμωση των θεσμικών πλαισίων. Η προσέγγιση βασίζεται σε δεδομένα από την αναπτυξιακή ψυχολογία, την ψυχοπαθολογία και τη μελέτη της παραβατικότητας ανηλίκων, προσαρμοσμένα στις ιδιαιτερότητες της ελληνικής κοινωνικής πραγματικότητας.

Ιδιαίτερη έμφαση δίνεται στον ρόλο της οικογένειας, του σχολείου και των θεσμών, καθώς και στη διάκριση μεταξύ παροδικής εφηβικής αντίδρασης και επίμονων μοτίβων παραβατικής συμπεριφοράς που απαιτούν έγκαιρη και συντονισμένη παρέμβαση. Παράλληλα, εξετάζεται πώς η απουσία νοήματος, η σχολική αποτυχία, η κοινωνική περιθωριοποίηση και η έλλειψη θετικών ρόλων μπορούν να οδηγήσουν τον έφηβο στη συμπεριφορά ως κύριο μέσο αυτοπροσδιορισμού.

Στόχος της σειράς δεν είναι η παθολογικοποίηση της εφηβείας ούτε η αναζήτηση απλών ενόχων. Αντίθετα, επιδιώκεται η κατανόηση των μηχανισμών που οδηγούν στην εκτροπή της αναπτυξιακής πορείας και η ανάδειξη των παραγόντων που μπορούν να λειτουργήσουν προστατευτικά και αποκαταστατικά μέσα στο ελληνικό κοινωνικό πλαίσιο.

Τα άρθρα που ακολουθούν συνθέτουν μια ενιαία διαδρομή κατανόησης: από τη βασική ψυχολογική ερμηνεία της εφηβικής επαναστατικής συμπεριφοράς, στη διερεύνηση των αιτίων της παραβατικότητας στην Ελλάδα και, τελικά, στη συζήτηση για το τι μπορεί να βοηθήσει ουσιαστικά τους νέους και τις οικογένειές τους πριν η αντίδραση μετατραπεί σε μόνιμη ταυτότητα.

 

Σχετικά με τον συντάκτη

Βιογραφικά Στοιχεία

Ο Γεώργιος Μισαηλίδης διαθέτει πολυετή θεωρητική, κλινική και επαγγελματική εμπειρία στον χώρο της ψυχικής υγείας, με ιδιαίτερη έμφαση στη σύγχρονη ψυχική δυσφορία που σχετίζεται με απώλεια κατεύθυνσης, υπαρξιακή κόπωση, δυσκολία ανάληψης ρόλων και αποδιοργάνωση της ψυχικής λειτουργίας.

Έχει σπουδάσει Ψυχολογία στο Αμερικανικό Κολλέγιο Ελλάδος (Deree) και είναι κάτοχος μεταπτυχιακής εξειδίκευσης στη Γνωσιακή Αναλυτική Ψυχοθεραπεία, καθώς και μεταπτυχιακών σπουδών στην Εφαρμοσμένη Ψυχολογία (PgC in Applied Psychology) μέσω του Πανεπιστημίου του Λίβερπουλ.

Παράλληλα, έχει ολοκληρώσει σπουδές στον Ευρωπαϊκό Πολιτισμό στο Ελληνικό Ανοικτό Πανεπιστήμιο και έχει συμμετάσχει σε εκτενή προγράμματα επιμόρφωσης και σεμινάρια στην ψυχοθεραπεία, την ψυχοπαθολογία, την κοινωνική ψυχολογία και την ψυχική ανθεκτικότητα.

Διαθέτει εκτεταμένη επαγγελματική εμπειρία στο Υπουργείο Δικαιοσύνης, η οποία του έχει προσφέρει ουσιαστική γνώση του θεσμικού πλαισίου και των ψυχοκοινωνικών παραγόντων που συνδέονται με τη νεανική παραβατικότητα και τη δυσλειτουργική συμπεριφορά.

Σε συνδυασμό με τη μακροχρόνια εμπειρία του ως εκπαιδευτικός, με περισσότερες από 16.000 ώρες διδασκαλίας σε παιδιά και εφήβους — συμπεριλαμβανομένων μαθητών με μαθησιακές και συμπεριφορικές δυσκολίες — μπορεί να αναλαμβάνει αποτελεσματικά περιστατικά παραβατικών νέων, καθώς και να παρέχει ουσιαστική υποστήριξη και καθοδήγηση σε γονείς χάρις την επι σειρά ετών παρουσία του στο υπουργείο Δικαιοσύνης.

Η συγγραφική και κλινική του προσέγγιση βασίζεται στη θέση ότι η ψυχική υγεία δεν ταυτίζεται με την απουσία συμπτωμάτων, αλλά με την ύπαρξη νοήματος, κατεύθυνσης και βιώσιμης ψυχικής δομής, επιχειρώντας να γεφυρώσει την επιστημονική γνώση με την καθημερινή ανθρώπινη εμπειρία μέσα από ένα πλαίσιο σοβαρό, λειτουργικό και ανθρώπινο.

Επιπλέον για το αρνητικό φαινόμενο της παραβατικότητας ανηλίκων στην εποχή μας αλλά και της σημασίας του αθλητισμού στον εσωτερικό κόσμο του ατόμου.


Μοιραστείτε το άρθρο:
Κατηγορίες:Έφηβοι Παιδιά