Μοιραστείτε το άρθρο:

Η σχέση μεταξύ σωματικής άσκησης και κατάθλιψης έχει μελετηθεί εκτενώς τις τελευταίες δεκαετίες. Τα δεδομένα δείχνουν ότι η συστηματική άσκηση συνδέεται με σημαντική μείωση καταθλιπτικών συμπτωμάτων, ιδιαίτερα σε ήπιες έως μέτριες μορφές κατάθλιψης (Schuch et al., 2016). Ωστόσο, η ερμηνεία αυτής της σχέσης απαιτεί προσοχή.

Η άσκηση μπορεί να λειτουργήσει ως ισχυρός ρυθμιστής διάθεσης. Δεν αποτελεί όμως καθολική θεραπεία.

Νευροβιολογικοί Μηχανισμοί

Η κατάθλιψη σχετίζεται με δυσλειτουργία νευροδιαβιβαστών, διαταραχή ρύθμισης του άξονα HPA και μειωμένη νευροπλαστικότητα. Η άσκηση φαίνεται να επηρεάζει και τους τρεις αυτούς μηχανισμούς.

  • Αυξάνει τη σεροτονινεργική και ντοπαμινεργική δραστηριότητα.
  • Μειώνει τη χρόνια υπερδραστηριότητα κορτιζόλης.
  • Ενισχύει τα επίπεδα BDNF, που σχετίζονται με την αναδόμηση νευρωνικών κυκλωμάτων (Erickson et al., 2011).

Μετα-αναλύσεις καταδεικνύουν ότι η αερόβια άσκηση 3–4 φορές την εβδομάδα μπορεί να επιφέρει κλινικά σημαντική βελτίωση σε συμπτώματα κατάθλιψης (Cooney et al., 2013· Schuch et al., 2016).

Ψυχολογικοί Παράγοντες

Πέρα από τη βιολογία, η κατάθλιψη χαρακτηρίζεται από:

  • αίσθηση αδυναμίας
  • απώλεια κινήτρου
  • έλλειψη ευχαρίστησης (anhedonia)
  • αποδιοργάνωση καθημερινότητας

Η άσκηση, όταν εφαρμόζεται με ρεαλιστικό και δομημένο τρόπο, αποκαθιστά τρεις βασικούς άξονες:

  1. Ρουτίνα και δομή
  2. Αίσθηση ικανότητας (self-efficacy)
  3. Σωματική ενεργοποίηση που προηγείται της συναισθηματικής μεταβολής

Η θεωρία της συμπεριφορικής ενεργοποίησης (Behavioral Activation) υποστηρίζει ότι η δράση μπορεί να προηγηθεί της βελτίωσης διάθεσης, και όχι το αντίστροφο (Jacobson et al., 2001). Στο πλαίσιο αυτό, η άσκηση λειτουργεί ως ενεργοποιητικός μηχανισμός.

Πότε Δεν Αρκεί

Είναι κρίσιμο να τονιστεί ότι η άσκηση δεν επαρκεί σε:

  • σοβαρή μείζονα καταθλιπτική διαταραχή
  • έντονο αυτοκτονικό ιδεασμό
  • ψυχωτικά συμπτώματα
  • βαριά ακινησία ή πλήρη απώλεια λειτουργικότητας

Σε αυτές τις περιπτώσεις απαιτείται άμεση κλινική αξιολόγηση και ενδεχομένως φαρμακολογική και ψυχοθεραπευτική παρέμβαση.

Επιπλέον, σε ορισμένους ανθρώπους η πίεση να «γυμναστούν για να νιώσουν καλύτερα» μπορεί να ενισχύσει την αυτοενοχοποίηση όταν δεν τα καταφέρνουν. Η προσέγγιση πρέπει να είναι βαθμιαία και ρεαλιστική.

Άσκηση ως Συμπληρωματική Παρέμβαση

Η σύγχρονη βιβλιογραφία προτείνει την ένταξη της άσκησης ως συμπληρωματική παρέμβαση στη θεραπεία της κατάθλιψης, όχι ως υποκατάστατο (Stubbs et al., 2018). Όταν συνδυάζεται με ψυχοθεραπεία, τα αποτελέσματα είναι συχνά πιο σταθερά και μακροπρόθεσμα.

Η κρίσιμη διάκριση είναι η εξής:

Η άσκηση ρυθμίζει το βιολογικό και λειτουργικό επίπεδο.
Η ψυχοθεραπεία οργανώνει το νοηματοδοτικό και σχεσιακό επίπεδο.

Χωρίς το δεύτερο, η βελτίωση μπορεί να είναι προσωρινή.

Συμπέρασμα

Ο αθλητισμός και η συστηματική άσκηση μπορούν να αποτελέσουν ισχυρό προστατευτικό παράγοντα έναντι της κατάθλιψης και αποτελεσματικό εργαλείο διαχείρισης ήπιων και μέτριων συμπτωμάτων. Δεν αποτελούν όμως πανάκεια.

Η άσκηση δεν αντικαθιστά την κλινική φροντίδα.
Μπορεί όμως να δημιουργήσει το βιολογικό και λειτουργικό υπόβαθρο πάνω στο οποίο η ψυχική ανάκαμψη γίνεται εφικτή.

Βιβλιογραφία

  • Cooney, G. M., et al. (2013). Exercise for depression. Cochrane Database of Systematic Reviews, 9.
  • Erickson, K. I., et al. (2011). Exercise training increases hippocampal volume. PNAS, 108(7), 3017–3022.
  • Jacobson, N. S., et al. (2001). Behavioral activation treatment for depression. Journal of Consulting and Clinical Psychology, 69(3), 578–585.
  • Schuch, F. B., et al. (2016). Exercise as treatment for depression: Meta-analysis. Journal of Psychiatric Research, 77, 42–51.
  • Stubbs, B., et al. (2018). Physical activity and depression: A meta-analysis. Acta Psychiatrica Scandinavica, 137(3), 174–185.

 

Σχετικά με τον συντάκτη

Βιογραφικά Στοιχεία

Ο Γεώργιος Μισαηλίδης διαθέτει πολυετή θεωρητική, κλινική και επαγγελματική εμπειρία στον χώρο της ψυχικής υγείας, με ιδιαίτερη έμφαση στη σύγχρονη ψυχική δυσφορία που σχετίζεται με απώλεια κατεύθυνσης, υπαρξιακή κόπωση, δυσκολία ανάληψης ρόλων και αποδιοργάνωση της ψυχικής λειτουργίας.

Έχει σπουδάσει Ψυχολογία στο Αμερικανικό Κολλέγιο Ελλάδος (Deree) και είναι κάτοχος μεταπτυχιακής εξειδίκευσης στη Γνωσιακή Αναλυτική Ψυχοθεραπεία, καθώς και μεταπτυχιακών σπουδών στην Εφαρμοσμένη Ψυχολογία (PgC in Applied Psychology) μέσω του Πανεπιστημίου του Λίβερπουλ.

Παράλληλα, έχει ολοκληρώσει σπουδές στον Ευρωπαϊκό Πολιτισμό στο Ελληνικό Ανοικτό Πανεπιστήμιο και έχει συμμετάσχει σε εκτενή προγράμματα επιμόρφωσης και σεμινάρια στην ψυχοθεραπεία, την ψυχοπαθολογία, την κοινωνική ψυχολογία και την ψυχική ανθεκτικότητα.

Διαθέτει εκτεταμένη επαγγελματική εμπειρία στο Υπουργείο Δικαιοσύνης, η οποία του έχει προσφέρει ουσιαστική γνώση του θεσμικού πλαισίου και των ψυχοκοινωνικών παραγόντων που συνδέονται με τη νεανική παραβατικότητα και τη δυσλειτουργική συμπεριφορά.

Σε συνδυασμό με τη μακροχρόνια εμπειρία του ως εκπαιδευτικός, με περισσότερες από 16.000 ώρες διδασκαλίας σε παιδιά και εφήβους — συμπεριλαμβανομένων μαθητών με μαθησιακές και συμπεριφορικές δυσκολίες — μπορεί να αναλαμβάνει αποτελεσματικά περιστατικά παραβατικών νέων, καθώς και να παρέχει ουσιαστική υποστήριξη και καθοδήγηση σε γονείς χάρις την επι σειρά ετών παρουσία του στο υπουργείο Δικαιοσύνης.

Η συγγραφική και κλινική του προσέγγιση βασίζεται στη θέση ότι η ψυχική υγεία δεν ταυτίζεται με την απουσία συμπτωμάτων, αλλά με την ύπαρξη νοήματος, κατεύθυνσης και βιώσιμης ψυχικής δομής, επιχειρώντας να γεφυρώσει την επιστημονική γνώση με την καθημερινή ανθρώπινη εμπειρία μέσα από ένα πλαίσιο σοβαρό, λειτουργικό και ανθρώπινο.

Επιπλέον για το αρνητικό φαινόμενο της παραβατικότητας ανηλίκων στην εποχή μας αλλά και της σημασίας του αθλητισμού στον εσωτερικό κόσμο του ατόμου.


Μοιραστείτε το άρθρο:
Κατηγορίες:Ενήλικες