Μοιραστείτε το άρθρο:

Όταν η παραβατική συμπεριφορά εμφανίζεται στην εφηβεία, οι αντιδράσεις των ενηλίκων και των θεσμών καθορίζουν σε μεγάλο βαθμό αν αυτή η συμπεριφορά θα παραμείνει παροδική ή θα παγιωθεί σε ταυτότητα. Παρά τις καλές προθέσεις, υπάρχουν πρακτικές που όχι μόνο δεν βοηθούν, αλλά συχνά ενισχύουν το πρόβλημα.

Το πρώτο και πιο συχνό λάθος είναι η τιμωρία χωρίς σχέση. Όταν οι συνέπειες εφαρμόζονται αποκομμένες από διάλογο, κατανόηση και σταθερή παρουσία, ο έφηβος δεν μαθαίνει· αμύνεται. Η τιμωρία μπορεί να περιορίσει προσωρινά τη συμπεριφορά, αλλά όταν δεν συνοδεύεται από αποκατάσταση και νόημα, ενισχύει την εχθρότητα και τη διάσπαση της σχέσης. Έρευνες δείχνουν ότι αυστηρές ποινικές αντιδράσεις σε ανήλικους σχετίζονται με αυξημένα ποσοστά υποτροπής (McAra & McVie, 2007).

Δεύτερο κρίσιμο λάθος είναι η ετικετοποίηση. Όροι όπως «προβληματικός», «αδιόρθωτος» ή «επικίνδυνος» μετατρέπουν τη συμπεριφορά σε ταυτότητα. Σύμφωνα με τη θεωρία της επισήμανσης, όταν το άτομο εσωτερικεύσει την κοινωνική ετικέτα, αυξάνεται η πιθανότητα να συμπεριφερθεί σύμφωνα με αυτήν (Becker, 1963). Στην εφηβεία, όπου η ταυτότητα βρίσκεται υπό διαμόρφωση, αυτός ο μηχανισμός είναι ιδιαίτερα ισχυρός.

Ένα τρίτο συχνό λάθος είναι η σύγχυση μεταξύ ορίων και αυταρχισμού. Όρια χωρίς σχέση και χωρίς συνέπεια δεν λειτουργούν ως πλαίσιο, αλλά ως απειλή. Αντί να ενισχύεται η αναστολή και η υπευθυνότητα, ενισχύεται η αντίδραση. Στην ελληνική πραγματικότητα, αυτό συχνά εκδηλώνεται με απότομες εναλλαγές: από πλήρη ανοχή σε αιφνίδια σκληρότητα. Αυτή η ασυνέπεια αυξάνει τη σύγχυση και μειώνει την εμπιστοσύνη του εφήβου προς τους ενήλικες.

Ιδιαίτερα επιβαρυντική είναι και η καθυστέρηση παρέμβασης. Όταν τα πρώτα σημάδια αποσύνδεσης υποτιμώνται ως «φάση» ή «αντίδραση της ηλικίας», χάνεται πολύτιμος χρόνος. Η έρευνα δείχνει ότι όσο περισσότερο παρατείνεται η παραβατική πορεία χωρίς παρέμβαση, τόσο αυξάνεται η πιθανότητα παγίωσής της (Farrington, 2005). Η αδράνεια δεν είναι ουδετερότητα· είναι παράγοντας κινδύνου.

Ένα ακόμη λάθος είναι η αποκλειστική εστίαση στο σύμπτωμα. Η προσπάθεια να «κοπεί» η συμπεριφορά χωρίς να εξεταστεί το πλαίσιο — σχολικό, οικογενειακό, κοινωνικό — οδηγεί σε μετατόπιση του προβλήματος, όχι σε λύση. Ο έφηβος μπορεί να αλλάξει μορφή έκφρασης, αλλά όχι πορεία. Όπως έχει δείξει η αναπτυξιακή ψυχολογία, η συμπεριφορά λειτουργεί συχνά ως ρύθμιση εσωτερικής έντασης και όχι ως απλή ανυπακοή (Steinberg, 2014).

Εξίσου προβληματική είναι η απομόνωση χωρίς εναλλακτική ένταξη. Η απομάκρυνση από το σχολείο, την ομάδα ή το πλαίσιο χωρίς ταυτόχρονη δημιουργία νέου λειτουργικού χώρου αφήνει τον έφηβο χωρίς σημείο αναφοράς. Σε αυτές τις περιπτώσεις, η επιστροφή σε παραβατικές ομάδες γίνεται σχεδόν αναπόφευκτη, καθώς η ανάγκη για ένταξη παραμένει ενεργή (Dishion & Tipsord, 2011).

Τέλος, ένα συχνό αλλά λιγότερο εμφανές λάθος είναι η υπερβολική ψυχολογικοποίηση χωρίς πράξη. Η κατανόηση είναι απαραίτητη, αλλά όταν δεν συνοδεύεται από δομή, όρια και συγκεκριμένες αλλαγές στο πλαίσιο ζωής, παραμένει θεωρητική. Η αλλαγή στην εφηβεία απαιτεί εμπειρία, όχι μόνο επίγνωση.

Το κοινό στοιχείο όλων αυτών των λαθών είναι ότι αντιμετωπίζουν την παραβατικότητα ως πρόβλημα που πρέπει να εξαλειφθεί, και όχι ως σήμα αποδιοργάνωσης που χρειάζεται αναπλαισίωση. Όταν απουσιάζουν δομή, σχέση και δυνατότητα επιστροφής, η συμπεριφορά γίνεται ο μοναδικός σταθερός άξονας ταυτότητας.

Η παραβατικότητα δεν παγιώνεται επειδή οι έφηβοι «δεν θέλουν να αλλάξουν». Παγιώνεται όταν το περιβάλλον τους δεν προσφέρει λειτουργικούς δρόμους αλλαγής. Εκεί ακριβώς κρίνεται η αποτελεσματικότητα των ενηλίκων και των θεσμών.

Με αυτό το άρθρο ολοκληρώνεται η παρούσα σειρά, με στόχο όχι την απλοποίηση ενός σύνθετου φαινομένου, αλλά την κατανόηση των μηχανισμών που οδηγούν είτε στην εκτροπή είτε στην επαναφορά της αναπτυξιακής πορείας.

Βιβλιογραφία

  • Becker, H. S. (1963). Outsiders: Studies in the Sociology of Deviance. Free Press.
  • Dishion, T. J., & Tipsord, J. M. (2011). Peer contagion in child and adolescent social and emotional development. Annual Review of Psychology, 62, 189–214.
  • Farrington, D. P. (2005). Childhood origins of antisocial behavior. Clinical Psychology & Psychotherapy, 12(3), 177–190.
  • McAra, L., & McVie, S. (2007). Youth justice? The impact of system contact on patterns of desistance. European Journal of Criminology, 4(3), 315–345.
  • Steinberg, L. (2014). Age of Opportunity: Lessons from the New Science of Adolescence. Houghton Mifflin Harcourt.

Σχετικά με τον συντάκτη

Βιογραφικά Στοιχεία

Ο Γεώργιος Μισαηλίδης διαθέτει πολυετή θεωρητική, κλινική και επαγγελματική εμπειρία στον χώρο της ψυχικής υγείας, με ιδιαίτερη έμφαση στη σύγχρονη ψυχική δυσφορία που σχετίζεται με απώλεια κατεύθυνσης, υπαρξιακή κόπωση, δυσκολία ανάληψης ρόλων και αποδιοργάνωση της ψυχικής λειτουργίας.

Έχει σπουδάσει Ψυχολογία στο Αμερικανικό Κολλέγιο Ελλάδος (Deree) και είναι κάτοχος μεταπτυχιακής εξειδίκευσης στη Γνωσιακή Αναλυτική Ψυχοθεραπεία, καθώς και μεταπτυχιακών σπουδών στην Εφαρμοσμένη Ψυχολογία (PgC in Applied Psychology) μέσω του Πανεπιστημίου του Λίβερπουλ.

Παράλληλα, έχει ολοκληρώσει σπουδές στον Ευρωπαϊκό Πολιτισμό στο Ελληνικό Ανοικτό Πανεπιστήμιο και έχει συμμετάσχει σε εκτενή προγράμματα επιμόρφωσης και σεμινάρια στην ψυχοθεραπεία, την ψυχοπαθολογία, την κοινωνική ψυχολογία και την ψυχική ανθεκτικότητα.

Διαθέτει εκτεταμένη επαγγελματική εμπειρία στο Υπουργείο Δικαιοσύνης, η οποία του έχει προσφέρει ουσιαστική γνώση του θεσμικού πλαισίου και των ψυχοκοινωνικών παραγόντων που συνδέονται με τη νεανική παραβατικότητα και τη δυσλειτουργική συμπεριφορά.

Σε συνδυασμό με τη μακροχρόνια εμπειρία του ως εκπαιδευτικός, με περισσότερες από 16.000 ώρες διδασκαλίας σε παιδιά και εφήβους — συμπεριλαμβανομένων μαθητών με μαθησιακές και συμπεριφορικές δυσκολίες — μπορεί να αναλαμβάνει αποτελεσματικά περιστατικά παραβατικών νέων, καθώς και να παρέχει ουσιαστική υποστήριξη και καθοδήγηση σε γονείς χάρις την επι σειρά ετών παρουσία του στο υπουργείο Δικαιοσύνης.

Η συγγραφική και κλινική του προσέγγιση βασίζεται στη θέση ότι η ψυχική υγεία δεν ταυτίζεται με την απουσία συμπτωμάτων, αλλά με την ύπαρξη νοήματος, κατεύθυνσης και βιώσιμης ψυχικής δομής, επιχειρώντας να γεφυρώσει την επιστημονική γνώση με την καθημερινή ανθρώπινη εμπειρία μέσα από ένα πλαίσιο σοβαρό, λειτουργικό και ανθρώπινο.

Επιπλέον για το αρνητικό φαινόμενο της παραβατικότητας ανηλίκων στην εποχή μας αλλά και της σημασίας του αθλητισμού στον εσωτερικό κόσμο του ατόμου.


Μοιραστείτε το άρθρο:
Κατηγορίες:Έφηβοι Παιδιά